Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

ΛΕΞΙΚΟ ΓΙΑΝΝΙΩΤΩΝ (ΑΛΦΑ)


α; συγνώμη δε κατάλαβα? πως είπατε;
α μο!
άντε βιάσου κάνε γρήγορα
ε μο!
καλά μην ανησυχείς θα κάνω όσο πιο γρήγορα μπορώ
α ωρε;
μιλάς σοβαρά;;;
ναι ωρε!
ναι! Σοβαρά μιλάω, το εννοώ!
αα!(
(καταφατικό) ναι, ναι σωστά τα λες
ααα!
για δες για δες!
αααα!
αα μάλιστα τώρα κατάλαβα!
αβέρει
έρχεται
αβέρτα
συνεχώς
αγάντα
βλ. αβέρτα
αγκούσα (η)
η δυσφορία, η δύσπνοια, μτφ. το άγχος, επίσης μτφ. οι στομαχικές διαταραχές
αγκωνάρι (το)η μικρή πέτρα, το λιθάρι
αγλέουρας (ο)
"πρώτος" ξάδερφος του αχλά, το καταπέτασμα
Αγιώρς (ο)
ο Αγιος Γεώργιος, πολιούχος των Ιωαννίνων
Αδρομήστα (η)
το χωριό Λογγάδες
Αθηναίος (ο)
Χαρακτηρισμός που συχνά συνοδεύεται από το επίθετο «μαλάκας» και καταδεικνύει άτομο σνομπ, μόνιμο κάτοικο μεγαλούπολης, με απαξιωτικές απόψεις για την ελληνική επαρχία, την οποία θεωρεί κατώτερου μορφωτικού, κοινωνικού και βιοτικού επιπέδου. Κατ' αυτόν ο Υμηττός και τα Τουρκοβούνια συνιστούν άγρια φύση, ενώ το πιο διασκεδαστικό, εκτονωτικό και τέλος πάντων πιο αρμόζον για την κοινωνική του θέση (ως κάτοικος της πρωτευούσης) πράγμα που δύναται να κάνει στη μίζερη, μολυσμένη και μποτιλιαρισμένη καθημερινότητά του είναι καφές στο Θησείο ή τη Πλάκα και τα μεγάλα clubs του κέντρου και της παραλιακής. Όσο ακριβότερα είναι τα άνωθεν τόσο καλύτερη η διασκέδαση και τόσο μεγαλύτερο το πρεστίζ που απολαμβάνει. Και φυσικά... Σαββατοκύριακη απόδραση στη ΜΥΚΟΝΟ (ή την ΑΡΑΧΩΒΑ για το χειμώνα) ταυτίζεται με τον απόλυτο προορισμό και εξασφαλίζει μέγιστη εξύψωση στα μάτια του κοινωνικού του περίγυρου. Παράδειγμα στη φράση: «Πολύ Αθηναίος έχεις γίνει!» (απευθυνόμενος σε πρόσφατα αφιχθέντα εις τα πάτρια, ξενιτεμένο φοιτητή της Αθήνας) και «Τι να κάνεις στη Μύκονο; Γεμάτο γκέι και μαλάκες Αθηναίους είναι!»
άι
(προτρεπτικό), πήγαινε
άιστεμαςπάμε να φύγουμε
ακόντιο (το)μτφ. ο μεθυσμένος
αλάρωτος (ο)αυτός που δεν έχει λαρωμό
αλιμούρα (η)
πέταγμα στον αέρα ατάκτως χαρτιών
αλιχτάω
ουρλιάζω, γαυγίζω
αλλαπουνάζω
δέρνω, πελεκάω στο ξύλο
άλσος (ο)
η αλυσίδα, μτφ. το έτερον ήμισυ
αλφάδ (το)
εργαλείο που χρησιμοποιείται για την μέτρηση της κλίσης επιφανειών, μτφ. ο μεθυσμένος
αλφή (η)
η αλοιφή, μτφ. ο μεθυσμένος
αμπλαούμπλας (ο)
άχαρος στις κινήσεις, ειδικά στα χορευτικά
αμπντάλης (ο)
ατσούμπαλος, χοντροκομμένος
αμπώχνω
σπρώχνω με άκομψο τρόπο
αναντάμ-παπαντάμ
απο πολύ παλιά, πάππ' προς πάππ'
αναποδόκλασμα (το)
ρέψιμο
ανασκλώνομαι
στριφογυρίζω για να βολευτώ, αόρ. ανασκλώθκα
ανίσκιωτος (ο)
αχώνευτος
αντράλα (η)
βαβούρα, τζερτζελές, πανικός
αξιούραγος (ο)
ο αξύριστος
απέκεια
από κει, επίσης και "απκείθε"
"απόλκε η εκκλησιά σκόλασε το πανηγύρ"
τέλειωσε κάτι, τέρμα τα παραμύθια
αράτα (η)
ρόγα σταφυλιού καθώς και η ρόγα απ' το μαστάρ'
αρβάλας (ο)
ο άγαρμπος, ο ατσούμπαλος
αργαλειός (ο)
αυνανισμός, πλεκτική μηχανή παλιάς εποχής
αρεντεύω
γυρνάω άσκοπα, κάνω βόλτες
αρούγκατος (ο)
ο άγαρμπος, ο απρόσεκτος
αρούπωτος (ο)
αυτός που δε ρουπώνει, χρησιμοποιείται για να δείξει τη μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών
ασήκωτος (ο)
ή και ασιούκωτος, μτφ. ο μεθυσμένος
αστραπόπτσα
βλ. μπανταλός
ατσαταπρρρ!
(τονίζεται στο πρ) επιφώνημα που χρησιμοποιείται στην ανταλλαγή απόψεων με αιγοπρόβατα (ξέρουν αυτά)
ατσούμπαλος (ο)
ο αμπντάλης
αυτού
εκεί
αφύσκος (ο)
άντρας ακανόνιστου μεγέθους
αφώνω
σύντμηση του χαραφώνω (βλ.λ.) πχ. "γκάινταρε χαλόν' π' αφών' ο τζες"
αχαμνά (τα)
τα γεννητικά όργανα του άντρα, τα πελέ
αχλάς (ο)
το φαγητό
άχνα (η)
η απόλυτη σιωπή
αχπάν
επάνω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου